σίμη

και σίμα, η, Ν
αρχαιολ. διακοσμητική ταινία με ανάγλυφα ή γραπτά φυτικά μοτίβα η οποία επέστεφε τους τοίχους ή την οροφή κτηρίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. sima «ανώτατο μέρος τού δωρ. γείσου»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιμῇ — σῑμῇ , σιμός snub nosed fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιμή — σῑμή , σιμός snub nosed fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σούνιο — I Τοποθεσία της Αττικής στο νοτιότατο άκρο της, όπου βρίσκεται και το ομώνυμο ακρωτήριο. Στην αρχαιότητα το Σ. ήταν ένας από τους αττικούς δήμους, που αποτελούσαν την πόλη των Αθηνών. Στο Σ. υπήρχαν επίσης δύο ιερά, ένα του Ποσειδώνα, του οποίου… …   Dictionary of Greek

  • CHIRONOMIA — quam vocem interpretatur Quintilianus, l. 1. c. 19. Legem gestus, a qua Chironomi Pantomimi sunt appellati; non a Pylade demum et Bathyllo, qui Augusti tempore in scena floruêre, inventa est. Notum enim, etiam Veteres saltationis illud genus… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PANTOMIMUS — Graece Παντόμιμος, in vett. Glossis notare Histrionem dicitur: l. 27. ff. de oper. libert. qui scenicis ludis operam navat: Luciano Παντόμιμοι iidem sunt, qui ὀρχηςταὶ, i. e. saltatores. Vide cum περὶ ὀρχήσεως. Sed priusquam οἰ ὀρχηςταὶ se a… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • σιμός — I Όνομα μυθολογικών και ιστορικών προσώπων. 1. Μυθολογικό πρόσωπο, γιος του Φίαλου και εγγονός του Βουκαλίωνα, βασιλιάς της Αρκαδίας. 2. Σικελός, ιδρυτής μαζί με τους Ευκλείδη και Σάκωνα της πόλης Ιμέρας. 3. Ένας από τους Αλευάδες, που βοήθησε το …   Dictionary of Greek

  • σιμότητα — η / σιμότης, ητος, ΝΑ [σιμός] η ιδιότητα τού σιμού, το να είναι η μύτη σιμή ή το να έχει κανείς σιμή μύτη νεοελλ. ελαφρά κυρτότητα τού καταστρώματος τών πλοίων για να φεύγουν εύκολα τα νερά …   Dictionary of Greek

  • Νάουσα — I Πόλη (29.870 κάτ.) του νομού Ημαθίας, έδρα του ομώνυμου δήμου (22 637 κάτ.). Είναι χτισμένη στις ανατολικές υπώρειες του Βερμίου κάτω από την κορυφή Ντούρλια (2027 μ.), σε μέσο υψόμετρο 330 μ., δεσπόζει της μεγάλης πεδιάδας της Ημαθίας,… …   Dictionary of Greek

  • SCHEMA — Graece χῆμα, proprie vestis exterior est; Sic paludamentum, quod Plutar, ἐφεςτρίδα et φοινικίδα appellat, Dioni nunc est χῆμα ςτρατηγικὸν, vestis imperatoria, nunc ςτρατιωτικὴ ἐςθὴς, militaris vestis. Nec aliter Plautus Amphytryone in Prol. v.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Σάτυρος — I Άγιος της Αν. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι άγνωστος ο τόπος της καταγωγής του καθώς και ο χρόνος που μαρτύρησε. Αποκεφαλίστηκε στην Καμπανία της Ιταλίας, μαζί με πολλούς άλλους των περισσότερων από τους οποίους τα ονόματα είναι άγνωστα. Η μνήμη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.